Новогреческий словарь
κομματάρχης
κομματάρχης
ο
местный партийный деятель
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
местный партийный деятель
? —
κομματάρχης
как с
(ново)греческого
переводится слово
κομματάρχης
? — местный партийный деятель
#
(ново)греческий словарь
—
μαλλιάζω
—
γκρίνιασμα
—
ευλαβητικός
—
μαεστρία
—
εντυλίσσω
—
ξεψαρωμένος
—
αραδιαστά
—
διοικητικό
—
παιδαγώγησις
—
ένστρωση
—
αποχιονιστικός
—
αποκάνω
—
τρωτότητα
—
Φίλιππος
—
γλυκολυπάμενος
—
θλάση
—
ζαβιά
—
εκσλαυισμός
—
άραγμα
—
άρα
—
ελαΐνης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,