οριακά

формы словаβ
οριακά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово οριακά? —


εγκαυστικήκροταφιακόςαφωταγώγητοςβάδηνθερμαντικόςπυρογραφωταρτάρειοςεικοσαετήςτυπόβαφοςήταολιγοστεύωφεσάκιακονίζωπροσωπίδαθάμασμααντιστάθμισμαμαγνητοχημείαοκνόςπαρότρυνσηξεψαρωμένοςκοσμιότητα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit