φραγγέλιο

формы словаβ
φραγγέλιο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово φραγγέλιο? —


οικοδομημένοςαντινομιστικόςΒενετσιάνοςτριβόλισμοσοφολογιότηταπήζωπλήγιασμαστενοχωριέμαιεντριβήςκρεατοφαγίαζεϊμπέκικομονωτικόςαγαλματοειδήςκοιλιάζωελατότηςπρωταπριλιάαναμεράωβροχόνεροσανιδάςαπαράβαλτοςεξάποδα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit