Новогреческий словарь
λεβάρω
λεβάρω
(αόρ. (ε)λεβάρισα и (ε)λέβαρα, προστ. λέβα) мορ.
тянуть, тащить
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
тянуть
? —
λεβάρω
как на
(ново)греческом
будет слово
тащить
? —
λεβάρω
как с
(ново)греческого
переводится слово
λεβάρω
? — тянуть, тащить
#
(ново)греческий словарь
—
υποκελευστής
—
κικούτα
—
στόχαση
—
σαθρότητα
—
στομφάζω
—
φορτόω
—
Ιρακινος
—
ζαχαροπλαστική
—
ασυμβίωτος
—
αρχιναύκληρος
—
στενός
—
ξύνω
—
οδηγία
—
λογχωτός
—
μηρυκάζω
—
διάρροια
—
μολυβόνερο
—
επανορθώτρια
—
κλιμακτήρ
—
εκφαυλίζω
—
αποκοιμιστικώς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,