ανδράδελφη

формы словаβ
ανδράδελφη



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ανδράδελφη? —


κολλεκτιβοποίησηεπιμελημένοςμελομανίαξελιγουριάζομαιβιοτεχνίααγοράστριασαρκώδηςχόρδισμαχημισμόςαριάάφωνοςακαμίνευτοςδιασκεπτικόςαπολειαίνωφαρμακοσυλλέκτηςκακοπουλωχερόβολοδιαμφισβητώαποπίνωμανικιούραδόλεσχος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit