Новогреческий словарь


υπόλειμμα

υπόλειμμα
το прям., перен. остатки;
          εκποίηση τών ~ειμμάτων — распродажа остатков;
          τά ~είμματα τής δουλοπαροικίας — остатки крепостничества


внешние ссылки озвучка | ru.wiktionary | el.wiktionary | en.wiktionary | greek-language.gr |



как на (ново)греческом будет слово остатки? — υπόλειμμα
как с (ново)греческого переводится слово υπόλειμμα? — остатки


#(ново)греческий словарьχουβαρνταλίκιηλιοτρόπιοστόμφοςμεθυσμένοςμυελώδηςαντιβράχιοναντεροβγάλτισσαγράσσοενδομήτριοςκυπαρίσσινοςβραχυδιάσταβεργοστέφανοαγουροξυπνημένοςαντηλιακόςδιεκπερσίοισηραγδαίοςδιαταρακτικόςδιαμπάξγλακηχτόαρακάςμίσθιος


Α    Β    Γ    Δ    Ε    Ζ    Η    Θ    Ι    Κ    Λ    Μ    Ν    Ξ    Ο    Π    Ρ    Σ    Τ    Υ    Φ    Χ    Ψ    Ω







переводы с персидского языка, литовский словарь, шведско-русский словарь, сборка мебели в Москве