Новогреческий словарь
αφασία
αφασία
η 1)
потеря сознания
;
περιέπεσε σέ ~ — [phrase]он лишился чувств, он потерял сознание[/phrase]
;
2) мед.
афазия
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
потеря сознания
? —
αφασία
как на
(ново)греческом
будет слово
афазия
? —
αφασία
как с
(ново)греческого
переводится слово
αφασία
? — потеря сознания, афазия
#
(ново)греческий словарь
—
ξεκαμωμένος
—
ταχυδακτυλουργός
—
αντιμεθαυριανός
—
επιφυλλιδογράφος
—
οπή
—
ξεγνοιασμένος
—
μορφολογικός
—
νυχάτος
—
κοντινός
—
αρχαιομανής
—
αεριογόνο
—
εξάπλωμα
—
αυτοτιτλοφορούμενος
—
παραφιλολογία
—
νότσικα
—
επικονίαση
—
σκουντούφλης
—
τρύκ
—
νεφρολιθοτομία
—
αρχιτεκτονία
—
ερεθιστικότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,