ορίστε

формы словаβ
ορίστε
προστ. от ορίζω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ορίστε? —


ξεματιάζομαιδοξαστικόςανάδρομοςθελεμόςπαιδιατρικήσυγκόπτομαιυποσκέλισηελκύωφοιτώαλαργωπόςσυχωριανήαποφασιστικόςορχηστρούλακαρυάπίεσηρεγκλάνμοναδολογίαγίνομαιαλεξίφλογονεσώψυχοςαρθρίτιδα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit