Новогреческий словарь
ενσφήνωση
ενσφήνωση
η
вклинивание
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
вклинивание
? —
ενσφήνωση
как с
(ново)греческого
переводится слово
ενσφήνωση
? — вклинивание
#
(ново)греческий словарь
—
habit
—
ρύπασμα
—
κτηνωδία
—
τετράπλευρος
—
βαμβακοχώραφο
—
βουτυροκομία
—
φρυγανιά
—
σπειραματοσκλήρυνση
—
λαγγάδι
—
λασπομάχος
—
αναγνωστικος
—
σαρδανάπαλος
—
βαθύπεδος
—
αυλακιάζω
—
ακλόνηστος
—
δρομάκος
—
ιστιοπλοΐα
—
αποτάσσομαι
—
βρογχοκηλικός
—
αλευριά
—
διυγραίνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,