Новогреческий словарь
ανάζερβη
ανάζερβη
η
удар левой рукой
(особенно тыльной стороной)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
удар левой рукой
? —
ανάζερβη
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανάζερβη
? — удар левой рукой
#
(ново)греческий словарь
—
αντιζύγιασμα
—
ψηκτροποιείο
—
αμεταβλησία
—
ουλτιμάτο
—
παιδολόγι
—
εξαιρετικά
—
εξάποδος
—
βίαια
—
μεσολαβητικός
—
πρόκυψη
—
ξεραμένος
—
ταχέως
—
νεογέννητος
—
ρέ !
—
καταχώνομαι
—
εξαμβλώνω
—
ανεξασθένητος
—
χαλικοπαγές
—
διμεταλλισμός
—
δυσμένεια
—
διαμφισβητώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,