γενεαλόγιο

формы словаβ
γενεαλόγιο
το родословная (породистых животных)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово родословная? — γενεαλόγιο
как с (ново)греческого переводится слово γενεαλόγιο? — родословная


κατεργασίαζακτόχειροτεχνίαβηχικάελκυσμόψυχοπάθειαπηρόςσυνδιαλλάσσομαισυγκατηγόρημααιμωδίασιςωρισμένωςκόραβλακίζωπαθητικόςημιέκτασηψαχνίδαχρυσαλοιφήχαρτοπαίχτηςπανεπιστήμωνσπανακόπιττααλατοποιήσιμος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit