Новогреческий словарь
θεουργία
θεουργία
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
θεουργία
? —
#
(ново)греческий словарь
—
προστήθιος
—
κοπή
—
σκαριφισμός
—
ανατροχασμός
—
ανεπιεικής
—
επανωσένδονον
—
τριπλασιάζω
—
αντιπροσωπευτικό
—
ακοστολόγητος
—
εξαπλώνομαι
—
γαμπριάτικος
—
αντιβολή
—
αλευρίτικος
—
εισκόμιση
—
λυκόπορδον
—
προκατειλημμένος
—
χορτοκοπία
—
συνεδρίαση
—
ελεημονητικός
—
αναχρονίζω
—
τρεμολάμπω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,