Новогреческий словарь
γερμανόπληκτος
γερμανόπληκτ|ος
имёющий пристрастие ко всему немецкому
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
имёющий пристрастие ко всему немецкому
? —
γερμανόπληκτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
γερμανόπληκτος
? — имёющий пристрастие ко всему немецкому
#
(ново)греческий словарь
—
υδρογονικός
—
αγιογδύτισσα
—
ανεβοκατεβαίνω
—
γαμπρός
—
καρκίνωμα
—
απαισιόδοξος
—
ανεμόστυλος
—
δίστυλος
—
βόχα
—
ξαπλωμένος
—
καθαυτό
—
συστηματικότητα
—
τρύπησις
—
συμμοριακός
—
κατακλύζω
—
μαργαρίτης
—
ενανθρακώ
—
φραχτό
—
πατρογονικά
—
αντιθετικά
—
ψυλλιάζομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,