αντασφαλιστικός

формы словаβ
αντασφαλιστικός
перестраховочный;
          η ~ή σύμβαση — перестраховка



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово перестраховочный? — αντασφαλιστικός
как с (ново)греческого переводится слово αντασφαλιστικός? — перестраховочный


ακατάπιαστοςμεσοφόριεδώκρουνιάλιθαγωγόςγενετικόςασπρομάλληςυγρότηταγοργότηταπαρουσιάζωάχροοςγλυκάκιαςκατραμόπανοασυμπλήρωτοςλατομίαδικαιοδοσίαφυλλομετρώνταςδιαχώρισηκλινικάτυφλικόςκαρκινογόνος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit