χειμωνικός

формы словаβ
χειμωνικός
зимний;
          τά ~α — а) зимняя одежда; б) зимние постельные принадлежности



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово зимний? — χειμωνικός
как с (ново)греческого переводится слово χειμωνικός? — зимний


χειραγωγημένοςγραφίστικοςεπιχρίωαναγριώνωομολογούμαιμπαρουτόλασπηκατάκοροςέμετοςκασμίριυποδέχομαιξυλογνωσίακαταδότριαονοματοπαίγνιονανεκπλήρωτοςελοχαρήςδιαλογιέμαιπαιδεραστίαολοκληρώσιμοςερημόνησοςδυσκολοσπόδειχτοςαναψυχώνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit