Новогреческий словарь


δικηγορικός

δικηγορικός
адвокатский;
          ~ό γραφείο — контора адвоката


внешние ссылки озвучка | ru.wiktionary | el.wiktionary | en.wiktionary | greek-language.gr |



как на (ново)греческом будет слово адвокатский? — δικηγορικός
как с (ново)греческого переводится слово δικηγορικός? — адвокатский


#(ново)греческий словарьολόκορμοςγλυκανεβαίνωκοκεταρίαανάφτωκρυσταλλωρυχείοπρίζασυνειδητότηταωτακουστικόςναίχρυσωπόςγαλλομαθήςΜαυροβουνιώτηςχεννάαμεταβλησίαγιούσουρλοιμικόςζωηρεύωπιέζωδισκάδικοβλάστημοςμάξι


Α    Β    Γ    Δ    Ε    Ζ    Η    Θ    Ι    Κ    Λ    Μ    Ν    Ξ    Ο    Π    Ρ    Σ    Τ    Υ    Φ    Χ    Ψ    Ω







переводы с персидского языка, литовский словарь, шведско-русский словарь, сборка мебели в Москве