Новогреческий словарь
τρισμακάριστος
τρισμακάριστ|ος
счастливейший, очень счастливый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
счастливейший
? —
τρισμακάριστος
как на
(ново)греческом
будет слово
очень счастливый
? —
τρισμακάριστος
как с
(ново)греческого
переводится слово
τρισμακάριστος
? — счастливейший, очень счастливый
#
(ново)греческий словарь
—
σημαινόμενο
—
πλουτοπαραγωγικός
—
λεφτάς
—
αμεριμνώ
—
ουρώ
—
αγρόκτημα
—
εσώβρακο
—
υποτροπή
—
γαστρονόμος
—
σκίρτημα
—
πλευροειδής
—
ανοσταίνω
—
εισαι
—
λιοκάθισμα
—
φραγκοκλησιά
—
αρνησιθρησκία
—
υποδιαιρούμαι
—
σερνικοθήλυκος
—
γεφυροπλάστιγξ
—
δούλεμα
—
ιπποτροφείο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,