Новогреческий словарь
στρυμούρα
στρυμούρα
η
теснота, толкотня, давка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
теснота
? —
στρυμούρα
как на
(ново)греческом
будет слово
толкотня
? —
στρυμούρα
как на
(ново)греческом
будет слово
давка
? —
στρυμούρα
как с
(ново)греческого
переводится слово
στρυμούρα
? — теснота, толкотня, давка
#
(ново)греческий словарь
—
γονηός
—
σκόνη
—
ψαροτόμαρο
—
σκελεθρωμένος
—
παππούς
—
ασαμάρωτος
—
προσωποποιία
—
βιβλιογνωστικός
—
διαφυγή
—
καλικατζού
—
άλακκος
—
αλέπτυντος
—
αποκαθίδι
—
συνδρομητής
—
ανήμπορος
—
παρτιζάνικος
—
καταβρεχτήρι
—
περιθωράκιο
—
σπληνεκτομίο
—
γλυκοκοιμάμαι
—
αρχιστρατηγία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,