παμψυχισμός

формы словаβ
παμψυχισμός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово παμψυχισμός? —


απρόκλητοςχοντρέλλωσυρματόπλεγμαενοχήπνευματούχοςεκτύπωμαβαγαποντιάλαμπράδααπειρόκαλοςδιεισδυτικότηςανκοράερημοκκλήσητεχνολογικόςχειραφετικόςΠορτογαλλίδαψηλαφούμαιδοκησίσοφοςβιβλιεμπόριαιππέμποροςζοφερότηταγκαζόν




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit