Новогреческий словарь
σαββατισμός
σαββατισμός
ο 1)
празднование субботы
;
2) перен.
праздник
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
празднование субботы
? —
σαββατισμός
как на
(ново)греческом
будет слово
праздник
? —
σαββατισμός
как с
(ново)греческого
переводится слово
σαββατισμός
? — празднование субботы, праздник
#
(ново)греческий словарь
—
απλά
—
ευκατασκεύαστος
—
τσιουκανίζω
—
μηχανοστάσιο
—
σκαιός
—
στρογγυλός
—
χεράτο
—
μιζέρια
—
αξιότητα
—
σύσφιγξη
—
προβληματικός
—
ακόσσιστος
—
γραμμοσύρτης
—
πεντακόσια
—
γερουσιαστής
—
σούρουπα
—
μονολογώ
—
έπηξα
—
τριακονταετής
—
ανακαινιστικός
—
συμβολική
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,