Новогреческий словарь
βενζόη
βενζόη
η
бензой, росный ладан
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бензой
? —
βενζόη
как на
(ново)греческом
будет слово
росный ладан
? —
βενζόη
как с
(ново)греческого
переводится слово
βενζόη
? — бензой, росный ладан
#
(ново)греческий словарь
—
βουρτσάρω
—
καταλαλήτρια
—
αρχαιρεσίες
—
αποδεκατισμός
—
δέρομαι
—
ταμίευση
—
παλμός
—
θερίζομαι
—
καρυόφυλλο
—
μελομανία
—
στέγη
—
προωστήρας
—
παραμυθία
—
πολυακόρεστος
—
φοινικέλαιο
—
κοκκάρι
—
λαγόπους
—
τίκ
—
συμφεροντολόγος
—
δεκατετραετία
—
χωροταξικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,