αγαλματουργός

формы словаβ
αγαλματουργός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αγαλματουργός? —


επίνειοξιέμαιερωτάρικοςεμπειροπόλεμοςηλεκτρικάσυμφέρωτηλεφωνείοπανανθρώπινοςτορπιλλοθέτιςξακόσιααδιάζευκτοςχάβρασελλοποιείονφερετροποιείοαπεικόνισμασυντριμμένοςανάπλεκοςεξυδάτωσιςρυπαίνωτραχανόσουπαεπαύξηση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit