Новогреческий словарь
γαλβανισμένος
γαλβανισμένος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
γαλβανισμένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
μηχάνευμο
—
μαθήτρια
—
αργητός
—
κεντιά
—
γιαλούσης
—
ιχθυοκαλλιεργητής
—
αφιλοφρόνητος
—
μυούμαι
—
διύγρανση
—
ανακρέμαση
—
ασύρραπτος
—
ενεστώτος
—
οκτάπους
—
βλωμός
—
απρόθυμος
—
Σταυρούλα
—
παρδαλωτός
—
αφεντάτο
—
λαγκαδιά
—
εκπήδηση
—
μετανιωμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,