Новогреческий словарь
νοστιμιά
νοστιμιά
η 1)
приятный вкус
;
2)
пикантность
(шутки, рассказа)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
приятный вкус
? —
νοστιμιά
как на
(ново)греческом
будет слово
пикантность
? —
νοστιμιά
как с
(ново)греческого
переводится слово
νοστιμιά
? — приятный вкус, пикантность
#
(ново)греческий словарь
—
μαγκούφα
—
παλιογαμημένος
—
διδασκαλείο
—
βακτηριοκτόνος
—
νεραϊδοπαίρνω
—
αγέραστος
—
Θεοφανώ
—
καρβουνιάρης
—
αιδεσιμώτατος
—
άλλα
—
ζηλώ
—
απαράγραπτος
—
αξιόπρεπα
—
αντιπολιτικός
—
ισόβαθμος
—
δυσκολοκατόρθωτος
—
πολύκαρπος
—
μεταξόσπορος
—
κυρία
—
ακινητοποιούμαι
—
κασελλάκι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,