κοψομέσιασμα

формы словаβ
κοψομέσιασμα
το действие по гл. κοψομεσιάζω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово κοψομέσιασμα? —


βωξίτηςυστερολογίαμολυβόνεροπολεμόχαροςφίληκλαίγωχιονοστεφήςλατινισμόςδερματολογίααδέκασταδιαγογγυσμόςαμερικανόφιλοςεταιρείαμερσίπαϊδάκιήλιονασημάδευτοςλαϊκότηταβεδούρασυμμαζώνομαιοργανίστας




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit