Новогреческий словарь
γρόσι
γρόσι
το 1)
грош
;
2) мн.ч.
деньги
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
грош
? —
γρόσι
как на
(ново)греческом
будет слово
деньги
? —
γρόσι
как с
(ново)греческого
переводится слово
γρόσι
? — грош, деньги
#
(ново)греческий словарь
—
αμαξηλάτης
—
αλατοποίηση
—
επιστημολογία
—
πάγος
—
προφυλακτήρας
—
κολλάρισμα
—
αρέλεγος
—
δέστρο
—
φόρτε
—
δεκάστυλος
—
διπλόγραφο
—
Βραχμανισμός
—
τυραννοκτονία
—
μεταθετός
—
λευκοφρουρός
—
αμπελοκτηματίας
—
καταιγιδοφόρος
—
τάραξη
—
κώλο
—
άνθηση
—
τετράπλευρο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,