Новогреческий словарь
εκνιτρώ
εκνιτρώ
хим.
денитрифицировать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
денитрифицировать
? —
εκνιτρώ
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκνιτρώ
? — денитрифицировать
#
(ново)греческий словарь
—
αδελφοπαίδι
—
θρασύδειλος
—
καρπολόγημα
—
επιδεικτισμός
—
ριντώ
—
κουρασμένος
—
αδράνεια
—
σιδηρόστρωση
—
ασύχναστα
—
αντιθετικότητα
—
απρόφταστος
—
ακροποδητί
—
ελεγκτέος
—
προσχηματίζω
—
δικτυόδρομος
—
καμπανέλλα
—
κτυπώ
—
ενσταυλισμός
—
τραγοπόδαρος
—
χασαπόχαρτο
—
ανακατώνομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,