διαβεβαιωτικός

формы словаβ
διαβεβαιωτικός
подтверждающий



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово подтверждающий? — διαβεβαιωτικός
как с (ново)греческого переводится слово διαβεβαιωτικός? — подтверждающий


ασφαλώςπανεθνικόςαποθετάριταμπάνιειδοποιητήριοςπενηντάχρονοςπλίθραημικυκλικόςενδότερακηπεύωστανικάγλαροδόλωμακολλούρασιγαλοπαπαδιάκαθρεφτίζομαισβουριχτόςνουνόςκαραμούζαασέλιδοςεκδίδωαπωτέρω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit