Новогреческий словарь
εγκαλλωπίζομαι
εγκαλλωπίζομαι
гордиться, кичиться
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
гордиться
? —
εγκαλλωπίζομαι
как на
(ново)греческом
будет слово
кичиться
? —
εγκαλλωπίζομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
εγκαλλωπίζομαι
? — гордиться, кичиться
#
(ново)греческий словарь
—
αφικόμην
—
αδυνάτισμα
—
επιβράχυνση
—
γαλαζοπράσινος
—
μεσοστρατίς
—
ανώφελα
—
κογχικός
—
κασκέττο
—
μουρντάρικος
—
βουτηξιά
—
διατοιχίζομαι
—
διεκδίκηση
—
στρογγόλωσις
—
τεσσαρακονταετηρίδα
—
αμφιβιακός
—
μελόψωμο
—
συνοδεία
—
ριζοβολάω
—
απόστρατα
—
στάξη
—
αδρασκελιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,