μαρινάρω

формы словаβ
μαρινάρω
(αόρ. (ε)μαρινάρισα ) мариновать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово мариновать? — μαρινάρω
как с (ново)греческого переводится слово μαρινάρω? — мариновать


λειχηνόμορφοςχαρούμενοςαποσυμπιέζωξεμωραίνωμισθωτήριοαποξηραντήριοακοπτοςσυριστόςβρογχοδιασταλτικόςσαλίγκαροςαποστοματισμόςχυδαΐζωαλάδωταταχυδακτυλουργικόςτραύλισμαμετεωρίτηςαισθητικήαρχιεροσύνητυχόνεκνεύρισηπαπουτσωμένος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit