Новогреческий словарь
θεσμικός
θεσμικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
θεσμικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
πονταδόρος
—
ξελασπώνω
—
εκπίπτω
—
μπουρνούζι
—
αποστάτρια
—
φυτογραφία
—
συλλαμβάνω
—
κλείω
—
συμμοριακός
—
οχυρωμένος
—
πέρπερος
—
περιεκτικός
—
οκταπλούς
—
σκοντάφτω
—
ευφώνιον
—
μικρόφυτο
—
ξενομερίτης
—
φαρμακοθήκη
—
ωμά
—
λαθρακουστής
—
ταπεινόφρονας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,