Новогреческий словарь
ανταμείβομαι
ανταμείβομαι
платиться
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
платиться
? —
ανταμείβομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανταμείβομαι
? — платиться
#
(ново)греческий словарь
—
αξιωματικά
—
σφηνούμαι
—
αθολος
—
Περσία
—
μαλαϊκά
—
αξία
—
εφημεριδοπώλης
—
επώκισα
—
ηλεκτροπτικός
—
παυσίλυπος
—
γδάρμα
—
χρονομέτρης
—
κάζο
—
ξαρροβωνιάζω
—
ασχημάδα
—
λιμάζω
—
ξυρίχι
—
γαρμπίλι
—
τσινίζω
—
απόβροχο
—
μιαουρίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,