Новогреческий словарь
απολυσώνας
απολυσώνας
ο
увольнение; устранение
;
τού δώκανε τόν ~α του — [phrase]его уволили[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
увольнение
? —
απολυσώνας
как на
(ново)греческом
будет слово
устранение
? —
απολυσώνας
как с
(ново)греческого
переводится слово
απολυσώνας
? — увольнение, устранение
#
(ново)греческий словарь
—
πανεπιστημιούπολη
—
τρυπάνη
—
χορτοθεριστικός
—
αμπερομετρικός
—
στηθαίο
—
κλινοθεραπεία
—
διαφορετικότητα
—
σκυλόψαρο
—
ξίφιος
—
κρασοβόλι
—
βιω
—
ξετιμητής
—
κουζινάκι
—
ημιαξόνιο
—
εσώτατος
—
ομολογιακός
—
απαράγραφτος
—
κατάπιομα
—
ροκφόρ
—
μυδραλλιοβόλον
—
σπειροχαίτη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,