αποτρεπτικό

формы словаβ
αποτρεπτικό



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αποτρεπτικό? —


χηβάδαατρόμακτοςπαραληρητικόςκροτικόςδυσκολίαπλατόνιγενικότηταχαλβατζήδικουδρωπιώεπανατάκτηςυπομονετικόςεξομοιώνωγλοιόδερμοςπνευμονογράφησηκαλωσυνάτοςπερικοπήστακτόχρουςλογγώνωμονόλυκοςεπίκαυσιςκατατριβή




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit