απόκερο

формы словаβ
απόκερο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово απόκερο? —


ανακλαδιστόςαδελφομοίριδεκατριετήςτραπεζομάνδηλονσυσσιτολόγιομυριοστόςξομολογητήςβάλσαμονυχτομπάτηςκυρτωμένοςθεοσκοτωμένοςσυγκατοχήδωδεκαπλούςανεκτικόςδακτυλόδεικτοςψευτόμαγκαςτσουλίτσατροχιόδρομοςφωνοσπασμίαπαραθεριστήςπρωτόπλους




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit