Новогреческий словарь
εντράπηκα
εντράπηκα
αόρ. от εντρέπομαι
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εντράπηκα
? —
#
(ново)греческий словарь
—
συνέχω
—
γκεζερζω
—
καρπός
—
θείωση
—
ηλιόκαυστο
—
οδοντολοξία
—
υποτελωνείο
—
φελί
—
συμβατικότητα
—
αράβιος
—
εννοιάζομαι
—
βελτιώνω
—
μικρόνοια
—
θερμοηλεκτρικός
—
νεόβγαλτος
—
αντανακλώ
—
μαγαρίτης
—
αξεσκάλιστος
—
ξεκολνώ
—
σουρτορόλα
—
μονιμάς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,