Новогреческий словарь
μουκαλίτης
μουκαλίτης
ο 1)
шут, паяц
;
2)
сквернослов
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
шут
? —
μουκαλίτης
как на
(ново)греческом
будет слово
паяц
? —
μουκαλίτης
как на
(ново)греческом
будет слово
сквернослов
? —
μουκαλίτης
как с
(ново)греческого
переводится слово
μουκαλίτης
? — шут, паяц, сквернослов
#
(ново)греческий словарь
—
πτωματικός
—
χρεωστάσιο
—
σκεπή
—
ετερογένεια
—
μακιγιάρομαι
—
εμπροσθοφυλακή
—
διαγράφω
—
ωμοφαγία
—
συρίζω
—
μερεμέτιασμα
—
ζευλόράμμα
—
ἐδωδή
—
εικονομαχικός
—
αποκεφαλιστής
—
ψηφοθέτιδα
—
ισχνός
—
πλατυτέρα
—
αψιδώνω
—
εκφραστικός
—
κατσαρώνω
—
δουλευτής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,