μύκητας

формы словаβ
μύκητας
гриб, грибок


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μύκητας? —


απογαλάκτισηπροκαταβολικόςμεγάλαυχοςιταλικήαιμορροϊδικόςξενοιασιάκοσμοπολίτικοςυπεραισθησίαπαράθεσημπροστέλλαγαλανότηςεγχειρήσιμοςανεπαισθήτωςυποκαθιστώπαρόπλισιςμποτζίρωγραικικόςγαυγίζωθερμοηλεκτρικόςχαβούτσιλυκόπορδον




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit