νοσοκομειακό

формы словаβ
νοσοκομειακό



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово νοσοκομειακό? —


αυθαδόμουτροαυτεμβόλιοαλκοολοποιίαεγκοπεύςαντιμετριούμαιεπικλινήςκτηνασφάλειαακατάληχτοςατυποποίητοςαπολυτήριογιδερόνοούμενομπλοφάρωανωνυμογραφώδασύλλιοανακαμπτικόςακριβώςέπαρχοςπαραλογιστικόςκρυφτούλιπρολετάριος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit