πρόχειρο

формы словаβ
πρόχειρο
το черновик;
          στό ~ — начерно



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово черновик? — πρόχειρο
как с (ново)греческого переводится слово πρόχειρο? — черновик


παπα-γένιοσεμνότηταἀνάστασιςεκγερμανίζωστοματίτιδααθυροστομώπτερόειςαχνάδακινούμενοςταραντέλλαειδικεύομαιακούρσευτοςεξτρεμιστήςοσμηρόςεφταπάρθενος χορόςπαναμαϊκόςχοντροκομμένοςιχθυώδηςάσειστοςεξαστισμός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit