γενίτσαρ|ος

формы словаβ
γενίτσαρ|ος
ο ист. янычар



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово янычар? — γενίτσαρος
как с (ново)греческого переводится слово γενίτσαρος? — янычар


αμεταποίητοςξέστρωτοςγιαουρτόσουπαταχυδακτυλουργόςαυτόχθωντηγανίζομαιαφαρπάζομαιπεσσιμιστήςακριβοπληρώνωχαρτάκιαρβανιτοχώριαγρονόμοςκαμηλάτηςαφειδήςβεντετίζωκορίτσαροςσπουρδακύλαφραγκοφονιάςαυτοχρωμίαασημοχρύσαφαμαντό




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit