αμονοπώλητ|ος

формы словаβ
αμονοπώλητ|ος
не монополизированный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово не монополизированный? — αμονοπώλητος
как с (ново)греческого переводится слово αμονοπώλητος? — не монополизированный


αυτοκινητικόςδιπλαρώνωεκτελωνιστήςμακρομάλληςολόγεροςσυνεργασίαπαξιμάδιασμαακτοπλοΐατηλεφωτογράφημακατιφένιοςευλογοφανήςαμάθειαρετιρέκοιλαράπαρηγορώοικουμενικότητααδαημοσύνηχάλαζακατακαμπήςπεισμονήαντιμετώπιση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit