Новогреческий словарь
εύτολμος
εύτολμ|ος
смелый, храбрый, отважный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
смелый
? —
εύτολμος
как на
(ново)греческом
будет слово
храбрый
? —
εύτολμος
как на
(ново)греческом
будет слово
отважный
? —
εύτολμος
как с
(ново)греческого
переводится слово
εύτολμος
? — смелый, храбрый, отважный
#
(ново)греческий словарь
—
μισογεμισμένος
—
βάφτιση
—
καμίνευση
—
χαρτοφυλάκιο
—
πρότονος
—
αναφέρομαι
—
χρυσοστέφανος
—
στέναγμα
—
αχυρο-
—
ροδίτικος
—
παστώνω
—
στηλίτης
—
οινοπνευματόμετρο
—
επιχέομαι
—
σύρισμα
—
χαμαλοδουλειά
—
προσήλωση
—
ετεροεθνής
—
ρεβιζιονισμός
—
ασθενοφόρο
—
υπομιμνήσκω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,