δοκιμιογράφος

формы словаβ
δοκιμιογράφος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово δοκιμιογράφος? —


έδαφοςισομερισμόςκαλαναρχίζωχακίεικοσαήμεροφοβητσιάρικοςχιονολισθητήραςαντικατόπτρισμανυχτοστρατοκόποςεπιτάχυνσημαυροπούλιγυαλιστερόςατεκνίαδεξίμιαπριλιάτικοςπαράβλημασυμπυροβόλησηανατατικόςκαρκινοματώδηςάταφοςπρωτομαθαίνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit