Новогреческий словарь
μείον
μείον
1)
меньше
;
2) мат.
минус
;
επτά ~ δύο — [phrase]семь минус два[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
меньше
? —
μείον
как на
(ново)греческом
будет слово
минус
? —
μείον
как с
(ново)греческого
переводится слово
μείον
? — меньше, минус
#
(ново)греческий словарь
—
αντίρροπος
—
ιδέ
—
μπλόγκι
—
οφειλόμενος
—
τρίδυμος
—
χοντράδι
—
αλατοφύλακας
—
ραιβόκρανο
—
ποδηλατιστής
—
ανεξολόθρευτος
—
κουβαλάς
—
κεραυνοβολώ
—
ζωάριο
—
εργοτάξιο
—
μοιρόγραφτος
—
αγριόρεμα
—
αυγουλάτο
—
πατερντί
—
ψαράγκαθο
—
κικινέλαιο
—
ιστιοδρομία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,