Новогреческий словарь
μωομεθανικός
μωομεθανικός
магометанский, мусульманский
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
магометанский
? —
μωομεθανικός
как на
(ново)греческом
будет слово
мусульманский
? —
μωομεθανικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
μωομεθανικός
? — магометанский, мусульманский
#
(ново)греческий словарь
—
ψηλώνω
—
λίπασμα
—
τοπωνυμικό
—
σαγήνεμα
—
ηλεκτρισμός
—
προπαιδευτικός
—
στρέφομαι
—
καταψιά
—
εμπαικτικώς
—
βατήρας
—
πασιέντσα
—
χλιαρός
—
κλωστοϋφαντήριο
—
σωτήρας
—
ανυπόχρεος
—
χρυσοχόος
—
αποτώρα
—
ανάρρους
—
εναπόθεμα
—
καθημαξευμένος
—
αεριοπαραγωγός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,