Новогреческий словарь
διεστάλην
διεστάλην
παθ. αόρ. от διαστέλλω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
διεστάλην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ανομολογώ
—
μπιστόλι
—
αγωνοθέτης
—
συνωμότρια
—
συμπλοιοκτήτης
—
ταβανώνω
—
δαχτυλιδένιος
—
μνημονική
—
ανάφτω
—
χρεώστις
—
πωρί
—
κρασόξιδο
—
αγιασματάρι
—
λαμπριάτικα
—
περιχαράζω
—
νεροπότηρο
—
ισχυρότητα
—
εναρκτήριος
—
γαυρίζω
—
γαλάζος
—
εσπερίδα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,