Новогреческий словарь
μυστακοφόρος
μυστακοφόρ|ος
усатый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
усатый
? —
μυστακοφόρος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μυστακοφόρος
? — усатый
#
(ново)греческий словарь
—
δακτυλιωτός
—
εθκλουσίως
—
μεταγωγικός
—
ερματοφόρον
—
διαγράμμισμός
—
προοιωνίζομαι
—
παρατείνω
—
χρηματιστικός
—
ναυλωτικό
—
πλουσιοπάροχος
—
αρκουδάνθρωπος
—
αγελαδάρισσα
—
τρωτός
—
πεντασύλλαβος
—
φωνηματικός
—
πλωτήρας
—
νεοκλασσικισμός
—
βατίστα
—
χαρακτός
—
ιχθυοκαλλιεργητής
—
διαδίδω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,