Новогреческий словарь
σαΐνης
σαΐνης
ο 1)
сокол
;
2) перен.
орёл
(о человеке)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сокол
? —
σαΐνης
как на
(ново)греческом
будет слово
орёл
? —
σαΐνης
как с
(ново)греческого
переводится слово
σαΐνης
? — сокол, орёл
#
(ново)греческий словарь
—
δισεκοτομμυριοστός
—
ολότυφλος
—
κερδοσκόπος
—
καχέκτις
—
υπερδιεγερσιμότητα
—
φιλοπερίεργος
—
φρύξη
—
ζωγραφίζω
—
ασταφίδωτος
—
αξιολογία
—
ζευγαράκι
—
αιματολογικός
—
καρδιεκτασία
—
ψυχοκρατία
—
πείσος
—
μεταξοσκούληκο
—
αναχαίτιση
—
κακοχώνευτος
—
καταπινάρης
—
αβασκαίνω
—
ακορντεονίστας
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,