ενσάρκωση

формы словаβ
ενσάρκωση
η прям., перен. воплощение



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово воплощение? — ενσάρκωση
как с (ново)греческого переводится слово ενσάρκωση? — воплощение


κατακαημένοςαδιάβροχοτουαλέττασυσκευήφανόςυπότρομοςβαθομέτρησηανεμώδηςαρθρογράφημαδημεύτριαμαρξιστικόςθαλασσοχελώνηυπερτίμημαανθυπνωτικόςυπερκεφαλαίωσηαφθώδηςκόλλαείρπονπροφυλάττωδοκίμιοομοίως




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit